• Lotus Island Contributor

Γανυμήδης: Περί τυράννων και κολάκων

Ο Γανυμήδης καθόταν ανήσυχος σε ένα παλιό ταβερνάκι στο κέντρο της πόλης. Το ταβερνάκι ήταν γεμάτo. Ο ταβερνιάρης τού είχε πει πως ήταν τυχερός που ήταν μόνος, αφού είχε μείνει μόνο ένα ατομικό τραπεζάκι. Κοιτάζοντας τον με υποτιμητικό ύφος τον οδήγησε στο πιο μικρό τραπέζι που βρισκόταν στην μέση του κήπου, περικυκλωμένο από τέσσερα άλλα. Το μεγαλύτερο και πλησιέστερο σε αυτόν ήταν το τραπέζι στα δεξιά του. Ο Γανυμήδης είχε μεγάλη επιθυμία να πιεί. Ήταν τα γενέθλια του. Κάποιος, θα μπορούσε να αναρωτηθεί γιατί ο άνθρωπος δίνει σημασία στην ημερομηνία γεννήσεώς του. Η επιθυμία επιδεινώθηκε με το που πρόσεξε πως σε όλα τα τραπέζια γύρω του υπήρχαν ποτά. Δεν έβλεπε πρόσωπα. Μόνο μπύρες, ούζα και κρασιά. Έβγαλε βιαστικά από τη τσάντα του ένα βιβλίο και την καπνοθήκη του. Τύλιξε τσιγάρο, το άναψε και αφού έκανε μια ρουφηξιά, το ακούμπησε στο τασάκι και άνοιξε το βιβλίο. «Οι άνδρες με τα ροζ τρίγωνα».


Το βιβλίο εξιστορούσε τις εμπειρίες του συγγραφέα Χάιντς Χέγκερ, ενός ομοφυλόφιλου Αυστριακού κρατούμενου σε στρατόπεδο συγκέντρωσης των Νάζι κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Το ροζ τρίγωνο, σύμβολο ντροπής, ήταν ραμμένο πάνω στην στολή των ομοφυλοφίλων. Οι Ναζί έραβαν κόκκινο τρίγωνο στους πολιτικούς κρατούμενους, πράσινο στους εγκληματίες και κίτρινο στους Εβραίους. Την χειρότερη μεταχείριση την δέχονταν οι Εβραίοι και οι ομοφυλόφιλοι ενώ την πιο ήπια οι εγκληματίες. Ένας ομοφυλόφιλος Εβραίος με ροζ και κίτρινο τρίγωνο ήταν καταδικασμένος. Ενώ ένας βιαστής ανήλικων αγοριών με πράσινο, θα μπορούσε να έπαιρνε ακόμη και θέση Κάπο, δηλαδή επικεφαλής ενός θαλάμου κρατουμένων.


Ο Σαρτρ κάποτε είχε πει πως οι Γάλλοι ήταν ελεύθεροι όσο δεν ήταν ποτέ άλλοτε κάτω από την Ναζιστική κατοχή. Κάτω από την ασφυκτική πίεση ενός δικτατορικού καθεστώτος φαινόταν η πραγματική φύση των ανθρώπων. Το ορμέμφυτο της ελευθερίας ξυπνούσε από τον αστικό λήθαργο. Μέσα από τις πιο καταπιεστικές συνθήκες, το μίσος, η αγάπη, η σεξουαλικότητα και το ένστικτο για επιβίωση φανερώνονται στις πιο καθαρές τους μορφές. Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης έβγαιναν στην επιφάνεια τα αληθινά χρώματα των ανθρώπων, που καμουφλάρονταν πίσω από χρωματιστά τρίγωνα. Διαβάζοντας έφτασε σε ένα σημείο όπου ένας Κάπο με πράσινο τρίγωνο είπε στον εραστή του με το ροζ τρίγωνο, τον Χέγκερ, το μότο της ζωής του. «Ζήσε και άφησε τους άλλους να ζήσουν».


Ο Γανυμήδης, ακούμπησε το βιβλίο στο τραπέζι και τύλιξε τσιγάρο. Μια σερβιτόρα ήρθε στο τραπέζι του ενώ το άναβε. Την κοίταξε. «Πανέμορφη!», σκέφτηκε. Είχε μελαχρινό πρόσωπο και μακριά σγουρά καστανά μαλλιά. Τα μαλλιά ήταν δεμένα σε κότσο. Είχε μικρά καφέ ματιά και σαρκώδη χείλη. Τον κοίταξε στα μάτια και του χαμογέλασε. Ο χρόνος σταμάτησε. Ήταν ένα από αυτά τα χαμόγελα που σε κάνουν να επιθυμείς να μην γεράσεις ποτέ. Στάθμευσε το τσιγάρο στο τασάκι, δίπλα από το άλλο τσιγάρο. Το προηγούμενο μου τσιγάρο ακατανάλωτο, είπε μέσα του. Ελπίζω να μην το προσέξει!


«Καλησπέρα σας! Είστε έτοιμος να παραγγείλετε;» Ο Γανυμήδης είδε από πίσω της τον ταβερνιάρη να παίρνει μια μεγάλη σαλάτα στο μεγάλο τραπέζι στα δεξιά του. «Όχι ακόμη, ευχαριστώ», της απάντησε. Κοίταξαν ο ένας τον άλλο. Μήπως θα θέλατε να σας φέρω κάτι να πιείτε μέχρι να αποφασίσετε. «Ένα ποτήρι νερό, παρακαλώ.» «Δεν σερβίρουμε νερό σε ποτήρια, μόνο μπουκάλια.» «Παράξενο.» «Γιατί έτσι;» «Ο νόμος προβλέπει όπως τα μαγαζιά προσφέρουν νερό της βρύσης.» «Είσαστε δικηγόρος;» «Ήμουν.» «Και τι έγινε;» Ξαναπιάστηκαν τα βλέμματα τους. Σαν να έβλεπε γυναίκα για πρώτη φορά. Τι θα απέμενε από την ζωή χωρίς το φως της ομορφιάς; Είδε τον ταβερνιάρη να διασχίζει το ορατό του πεδίο και να κατευθύνεται με την σαλάτα πίσω στην κουζίνα. Σκοτάδι. Τα πεινασμένα μάτια γύρισαν πίσω στο φως. «Θα ήθελα να σας ζωγραφίσω» της είπε. Η σερβιτόρα χαμογέλασε αυθόρμητα, φανερώνοντας τα σιδεράκια που φορούσε στα δόντια της. Ο Γανυμήδης της χαμογέλασε πίσω. «Άνα Ρίτα!!» ακούστηκε από μέσα η φωνή του ταβερνιάρη. Αντίθετα συναισθήματα συγκρούονταν και αλληλοεξουδετερώνονταν, σχηματίζοντας ένα κενό βλέμμα στο πρόσωπο της. Γύρισε υποτακτικά, περισσότερο σαν σερβιτόρα παρά σαν άνθρωπος, και άρχισε να οδεύει προς την προστακτική φωνή του αφεντικού.


Ο Γανυμήδης την έβλεπε να φεύγει. Κοίταζε τα οπίσθια της να αναπηδούν στον ρυθμό του βιαστικού της βαδίσματος. Του φάνηκαν δυσανάλογα μεγάλα σε σχέση με το υπόλοιπο λεπτοκαμωμένο της σώμα. Του ήλθε μια ανομολόγητη επιθυμία. Έπνιξε με κάποια δυσκολία την φιλήδονη σκέψη του στο βαθύ πηγάδι της λογικής. Ένιωσε μάτια να τον κοιτούν και γύρισε στα δεξιά του προς το μεγάλο τραπέζι. Τον κοίταζε μια κοπέλα, έφηβη. Δίπλα της καθόταν με ισιωμένη την πλάτη ένας ασπρομάλλης άνδρας με στραμμένο το κεφάλι προς την σερβιτόρα. Ένας έμπειρος πάνθηρας παρακολουθούσε υπομονετικά τον στόχο του. Ο Γανυμήδης ίσιωσε την πλάτη του. Η έφηβη ακόμη τον κοιτούσε έντονα περνώντας τα δάκτυλα του δεξιού χεριού της μέσα από τα μαλλιά της. Ασυνείδητα γύρισε το κεφάλι προς τα αριστερά του όπου και συναντήθηκαν τα μάτια του με τα μάτια μιας μεσήλικης γυναίκας με χρυσόξανθα μαλλιά.


Tα μάτια τους κλειδωθήκαν. Δυο ψυχές μοιράστηκαν πρόχειρα την μοναξιά τους. Αμήχανα, με σύντομη κίνηση η γυναίκα κατέβασε το βλέμμα προς το πιάτο της. Το πιάτο ήταν άδειο. Ο Γανυμήδης είδε να κάθονται δίπλα της ένας μεσήλικας άνδρας και ένα αγόρι από την άλλη. Οι τρεις τους είχαν στραμμένα τα μάτια προς τα πάνω του και κοίταζαν στο κενό. Τα βλέμματα τους, του φαίνονταν περισσότερο αφηρημένα παρά βαριεστημένα. Σαν να χρειάζονταν κάτι πέραν του φαγητού. Τρείς κρίκοι σε μια σπασμένη αλυσίδα, σκέφτηκε. Άναψε ένα από τα τσιγάρα στο τασάκι και γύρισε προς το βιβλίο του. «Ζήσε και άφησε τους άλλους να ζήσουν»… Πρώτα έρχεται το «Ζήσε».


Έφερε στην σκέψη του την εμπειρία ενός δεκαεξάχρονου κρατουμένου σε άλλο στρατόπεδο συγκέντρωσης των ναζί, για την οποία είχε διαβάσει κάποτε σε άλλο βιβλίο. Ετούτη η ιστορία δεν είχε να κάνει με χρωματιστά τρίγωνα αλλά με καπέλα. Ήταν κανόνας του στρατοπέδου όπως όποιος εμφανιζόταν στην αναφορά χωρίς καπέλο, θα είχε να υποστεί τη θανατική ποινή. Τους εκτελούσαν με μια σφαίρα επί τόπου στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Εν μέρει για οικονομία πυρομαχικών, σκέφτηκε με αποτροπιασμό ο Γανυμήδης και έπειτα χαμογέλασε. Ο δεκαεξάχρονος, ένα βράδυ έπεσε θύμα βιασμού από φύλακα Ες-Ες. Ο φύλακας του έκλεψε το καπέλο σκεπτόμενος πως δεν θα μαθευόταν αυτό που του έκανε αν πέθαινε ο μικρός στην αναφορά την επομένη. Ο μικρός όταν κατάλαβε πως του κλέψανε το καπέλο, με το που βρήκε την ευκαιρία έκλεψε άλλο καπέλο από έναν κοιμώμενο κρατούμενο. Ο ανυποψίαστος κρατούμενος εκτελέστηκε το επόμενο πρωί στην αναφορά. Ο μικρός έζησε.


«Ζήσε και άφησε τους άλλους να ζήσουν», συλλογίσθηκε ο Γανυμήδης. Η φράση του έφερε στον νου την ατάκα ενός νεαρού καθηγητή του στο πανεπιστήμιο. Χαμογελώντας είχε δηλώσει: «Η ελευθερία σου τελειώνει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου». Η διπλανή του, την οποία είχε ακολουθήσει στο μάθημα, κοίταζε τον καθηγητή με δέος. Τα γαλάζια του μάτια ήταν σαν ακύμαντος ωκεανός κάτω από καλοκαιριάτικο ήλιο. Πόσο λάμπει η ματαιοδοξία, σκέφτηκε ο Γανυμήδης. Θα έπρεπε να τον είχα ρωτήσει τον μαλάκα, τι σημαίνει ελευθερία;


«Ελευθερία», σκέφτηκε. Από το «ελεύθω» που σημαίνει « έρχομαι» και το «ερώ» που σημαίνει «αγαπώ, ερωτεύομαι». Δηλαδή, «πηγαίνω εκεί που επιθυμώ»… Ακούστηκαν φωνές από το μεγάλο τραπέζι και γύρισε να δει τι γινόταν. Η σερβιτόρα έκοβε σαλάτα μπροστά από τον ηλικιωμένο άνδρα και τους συνδαιτημόνες του. Τον έστειλε πίσω με την σαλάτα και ζήτησε την σερβιτόρα! Ο ταβερνιάρης ικανοποίησε το αίτημα με σώμα ξένο. Ο ηλικιωμένος γελούσε χυδαία και της έλεγε να του χαμογελάσει. Αυτή σκυφτή χαμογέλασε. Θλιμμένο χαμόγελο, σκέφτηκε ο Γανυμήδης. Ψεύτικο χαμόγελο, άσχετο με αυτό που μου χάρισε λίγο νωρίτερα. Πόσο γρήγορα ένας κινείται από την περηφάνια στην ταπείνωση. Αν η εξουσία βρίσκεται στα χέρια του ηλικιωμένου, και δίκαιο δεν έχει με το μέρος του, γιατί δεν του την αρπάζει από μες τα χέρια, ή τουλάχιστον να του την αρνηθεί; Ο ηλικιωμένος απαίτησε να του ξαναχαμογελάσει. Του χαμογέλασε ξανά. Ο Γανυμήδης αηδίασε. Έσφιξε την γροθιά του. Ήθελε να κάνει κάτι, να φωνάξει, να τους πλακώσει στο ξύλο, ταβερνιάρη και πελάτη. Όμως όλα έγιναν όπως αναμενόταν. Η σαλάτα κόπηκε, η στιγμή διάβηκε...Η σερβιτόρα πέρασε δίπλα από τον Γανυμήδη αποφεύγοντας το βλέμμα του για να μαζέψει τα πιάτα απ’ το τραπέζι στο βάθος.


Ο Γανυμήδης κοίταξε τον ταβερνιάρη με οργή. Ήταν ψηλός, λιγνός γύρω στα εξήντα. Είχε μεγάλα χέρια με μακριά δάκτυλα. Το πρόσωπο του ήταν λεπτό, χλωμό και ρυτιδωμένο. Θυμήθηκε τον Αντισθένη: «καλύτερα να πέσεις σε κόρακες παρά σε κόλακες, διότι οι μεν τρώνε νεκρούς, οι δε ζωντανούς.» Ήδη ήξερε τι θα του απαντούσε αν τον ρωτούσε γιατί την έβαλε να κάνει τέτοιο πράγμα για τον γέρο. «Είναι ο πιο σημαντικός μου πελάτης. Πληρώνει πολύ καλά. Αφήνει μεγάλο φιλοδώρημα.» Ο καθένας έχει την τιμή του, σκέφτηκε. Καλύτερα ο γέρος, παρά ο ταβερνιάρης. Καλύτερα τύραννος παρά κόλακας. Ένας τύραννος δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς τον κόλακα. Σιχαμερό ελάττωμα η κολακεία! Το μυαλό του Γανυμήδη πήγε στο ποτό. Ξαφνικά ένιωσε πως ζούσε μονάχα για να βρίσκει λόγους να καταστρέφεται. Αβάσταχτη δειλία! Μέμφομαι τους πάντες αντί τον ίδιο μου τον εαυτό, για την απροθυμία μου να παρέμβω∙ ή μήπως την ανικανότητα μου; Στην καλύτερη περίπτωση είμαι ένας κόρακας χωρίς ράμφος∙ στη χειρότερη, ένας κόλακας, χωρίς γλώσσα. Αισθάνθηκε απέραντο οίκτο για τον εαυτό του. Άναψε τσιγάρο.


Η σκέψη του τον επέστρεψε στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όταν οι Ναζί ήξεραν πλέον ότι ο πόλεμος ήταν χαμένος, και πως οι Αμερικανοί και οι άλλες δυτικές δυνάμεις προέλαυναν για να λυτρώσουν τους κρατούμενους, ετοίμασαν έγγραφα για να υπογραφούν οικειοθελώς από τα θύματα. Τα έγγραφα έλεγαν πως οι Ναζί ήταν καθώς έπρεπε στην μεταχείριση των κρατουμένων και πως δεν παραβίασαν κανόνες του δικαίου του πολέμου. Οι μόνοι κρατούμενοι που υπέγραψαν ήταν εκείνοι που δωροδοκούνταν από τους Ες-Ες με τσιγάρα. Τι πράγμα ο εθισμός! Να πουλάς την υπόληψη σου για μερικά τσιγάρα. Ο Γανυμήδης έσβησε το τσιγάρο με απέχθεια. Ακούστηκε το τηλέφωνο του μέσα από την τσάντα. Σηκώθηκε από το τραπέζι και κοίταξε να δει την σερβιτόρα. Δεν την είδε. Άρχισε να κατευθύνεται προς την έξοδο, έβγαλε το κινητό από την τσάντα και το απάντησε. «Χρόνια πολλά αγαπητέ μου!» «Σ’ ευχαριστώ πολύ! Πώς ξέρεις ότι είναι τα γενέθλια μου;» «Είμαι γιατρός, όλα τα ξέρω! Πάμε για ποτό;» «Πάμε.» «Ξέρεις που» «Όχι που;». Ο γιατρός είχε ήδη τερματίσει το τηλεφώνημα. Θα τον πάρω πίσω όταν μπω στο αυτοκίνητο σκέφτηκε ο Γανυμήδης και τύλιξε ακόμη ένα τσιγάρο.


fb.PNG
insta.PNG
twitter.PNG