• Lotus Island Contributor

Γανυμήδης: Περί διαχειρίσεως του πόνου

Ριπές ψυχρού αέρα έφεραν στον Γανυμήδη πίσω τις αισθήσεις του. Τα μάτια του ήταν ήδη ανοιχτά και είχαν στεγνώσει. Στεκόταν γυμνός στο μπαλκόνι κοιτάζοντας προς τον δρόμο. Είχαν περάσει χρόνια από την τελευταία φορά που ξύπνησε εκεί όρθιος. Τα ξυπόλυτα του πόδια πάγωναν και τα γόνατα του έτρεμαν. Κοίταξε γύρω του να δει αν τον έβλεπε κανείς. Δεν υπήρχε ψυχή. Απόλυτη σιωπή. Η παγωνιά του θύμιζε θάνατο. Κοίταξε ξανά κάτω τον δρόμο που φωτιζόταν από το φεγγάρι. Σκέφτηκε να πέσει κάτω από τον τέταρτο όροφο. Δεν ήταν ότι ήθελε να πεθάνει. Ούτε όμως ότι δεν ήθελε. Τι περίεργη συνήθεια, σκέφτηκε. Πάνε χρόνια τώρα που όποτε βγω στο μπαλκόνι με χαϊδεύει τρυφερά ο πειρασμός της αυτοκτονίας. Θυμίζοντας με έτσι, πως είμαι ακόμα ζωντανός.


Μπήκε μέσα, έβαλε ουίσκι στο ποτήρι του και κάθισε στον καναπέ. Στα πόδια του ένιωσε υφάσματα. Ήταν τα ρούχα του, καθώς και της κοπέλας που ήρθε σπίτι μαζί του. Ελισάβετ του συστήθηκε. Μάζεψε την φούστα της από χάμω και την άπλωσε στην άλλη μεριά του καναπέ, διπλά από τη τσάντα της. Κοίταξε να βρει τα υπόλοιπα της ρούχα και θυμήθηκε πως δεν φορούσε εσώρουχα. Χαμογέλασε. Στον τοίχο, δίπλα από την βιβλιοθήκη ήταν ακουμπημένες οι πατερίτσες της. Μην ξεχάσω να της τις πάρω στο δωμάτιο, σκέφτηκε. Ίσως να μην θέλει να την κουβαλήσω πάλι. Ίσως να μην θέλω εγώ. Και καλύτερα να βγω έξω να καπνίσω. Ήπιε μια γουλιά από το ουίσκι, φόρεσε τα ρούχα του και ξαναβγήκε.


Με το που βγήκε στο μπαλκόνι αναρωτήθηκε γιατί υπνοβάτησε. Γιατί το υποσυνείδητο τον είχε σηκώσει από εκεί που ήταν ξαπλωμένος; Στης ζεστασιάς τη συντροφιά. Από εκεί που κοιμόταν σαν μωρό, με ακουμπημένο αναπαυτικά το μάγουλο επάνω στο απαλό στήθος της Ελισάβετ. Τι εξαίσιο στήθος, σκέφτηκε! Θυμήθηκε όταν τον βρήκε η μάνα του εκεί στον ίδιο τόπο, παιδί, να κοιμάται με τα μάτια ανοιχτά και το βλέμμα στραμμένο προς τον δρόμο. Από εκείνης της νύχτας την φρίκη και μέχρι να ανέβει στους ουρανούς, ο φύλακας άγγελος του κλείδωνε πριν πάει για ύπνο, την πόρτα του μπαλκονιού. Ο Γανυμήδης κοίταξε ξανά προς τα κάτω. Έβλεπε ένα μαύρο γάτο να διασταυρώνει και να χάνεται με τα λαμπερά του μάτια μέσα στις σκιές του απέναντι κτιρίου. Ήθελε και αυτός να χαθεί μες στις σκιές. Να συμφιλιωθεί με το σκοτάδι. Να πέσει στο κενό.


Τύλιξε ένα τσιγάρο και το άναψε. Αν πηδήξω και ζήσω θα υπάρχουν κυρώσεις, σκέφτηκε και χαμογέλασε. Είναι παράνομη η αυτοκτονία σε αυτή την χώρα. Εάν το ύψιστο δικαίωμα όμως είναι για τη ζωή τότε κανονικά δεν θα έπρεπε το ίδιο να ισχύει και για τον θάνατο; Γίνεται από το δικαίωμα στη ζωή να συνάγεται η υποχρέωση να ζεις; Το κράτος επικρίνει την αυτοκαταστροφή, ρητά και χωρίς επιχειρήματα. Και αυτό, για να μην επικριθεί από αυτήν. Οι μονοθεϊστικές θρησκείες διδάσκουν πως η δοκιμασία είναι ο πραγματικός σκοπός της ζωής. Όμως μια Μεγάλη Αλήθεια προϋποθέτει ένα Μεγάλο Επινόημα, συλλογίστηκε.


Από την άλλη, σκέφτηκε, στην αρχαιότητα ενέκριναν την αυτοκτονία και την σεβόντουσαν. Θα έπρεπε να επαινούμε αυτούς που παίρνουν την ίδια τους τη ζωή όταν οι περισσότεροι ζουν επειδή φοβούνται να πεθάνουν. Και εγώ φοβάμαι τον θάνατο περισσότερο απ’ ό,τι υποφέρω. Αν όμως κάποτε ο τρόμος της ζωής ξεπεράσει τον τρόμο του θανάτου, τότε θα ήθελα να μπορώ να πέσω από αυτό το μπαλκόνι χωρίς να ντρέπομαι για την πράξη μου. Ήπιε μια γουλιά από το ουίσκι και παραλίγο να πνιγεί όταν άκουσε μια φωνή να του λέει: «Πάρε με μέσα. Πάρε με μέσα πριν πεθάνω από το κρύο». Γύρισε πίσω του. Αριστερά, το σκονισμένο τραπεζάκι και δύο καρέκλες εκ των οποίων η μια σπασμένη. Δεξιά, η λουΐζα που αγόρασε πριν λίγες μέρες και που ξέχασε να ποτίσει, μέσα στην γλάστρα της. Έμεινε εκεί καπνίζοντάς, με τα μάτια καρφωμένα πάνω στην λουίζα. Σαν να ήξερε πως ήταν την δική της φωνή που είχε ακούσει. Σαν να την ήθελε να του μιλήσει, ξανά. «Έχω τρελαθεί», της είπε.


Η Ελισάβετ ξύπνησε από ένα φρικτό πόνο. Τα μάτια της όμως παρέμειναν κλειστά. Ήταν σαν να προσπαθούσε να αρνηθεί την άφιξη του. Ο πόνος ξεκίνησε την άνοδο του από τα πόδια και γρήγορα, σαν ρίγος, εξαπλώθηκε παντού στο ολόγυμνο της σώμα. Νικημένη, του δόθηκε. Ο πόνος είναι γένος αρσενικού σκέφτηκε. Η σπάνια και αδιάγνωστη της νόσος ήταν ύπουλη. Η μάχη ενάντια της ήταν σκληρή, επώδυνη και ατελείωτη. Κανένας γιατρός δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε. Ενώ αυτή ζούσε μια ζωή αγωνίας, τα ζωτικά της όργανα κατασπαράζονταν. Προσωρινές διορθώσεις στα σημεία από όπου πήγαζε ο πόνος της έδιναν χρόνο, αλλά δεν έβαζαν τέλος στο μαρτύριο. Κάποτε φανταζόταν το πως θα ήταν αν είχε ανοσία στον πόνο, πράγμα το οποίο εκμυστηρεύτηκε σε μίαν από τους πολλούς γιατρούς που την είχαν εξετάσει. Αυτή της είπε πως ο πόνος είναι μια φυσική κατάσταση συναγερμού για το σώμα όταν κάτι δεν πάει καλά. Ότι ο πόνος είναι απαραίτητος. Με άλλα λόγια, εάν δεν αισθανόταν πόνο, η ζωή της θα είχε ένα πιο γρήγορο τέλος. Και όμως η Ελισάβετ εκτιμούσε τη ζωή και καταλάβαινε καλά το δίπολο του πόνου και της ηδονής, του πικρού και του γλυκού.


Το πρώτο γεγονός που αντιλήφθηκε όταν άνοιξε τα ματιά της ήταν την απουσία του πλάσματος με το οποίο είχε πλαγιάσει. Με το που τα μάτια της προσαρμοστήκαν στο σκοτάδι, εντόπισε την παλιά λάμπα στο κομοδίνο πλάι της. Την άναψε και ανίχνευσε το δωμάτιο. Το δεύτερο γεγονός που αντιλήφθηκε ήταν την απουσία της τσάντας της μέσα στην οποία βρίσκονταν τα παυσίπονα της. Το τρίτο ήταν η απουσία των πατερίτσων της. Σκέφτηκε πως θα ήταν ακόμη στο σαλόνι όπου είχαν καθίσει στο καναπέ με τον οικοδεσπότη του σπιτιού όπου πέρασε την νύχτα της. Παρόλο που μόλις είχε γνωρίσει τον Γανυμήδη, ένιωθε να τον εμπιστευόταν. Είχε μια ασυνήθιστη ηρεμία η οποία την καθησύχαζε. Η Ελισάβετ δεν εμπιστευόταν τους ανθρώπους οι οποίοι μια ζωή την λυπόνταν ή την εκμεταλλεύονταν. Η αύρα του οικοδεσπότη της ήταν διαφορετική, μυστήρια και της ενέπνεε οικειότητα. Το θερμό του σώματος του είχε εξατμιστεί στου ψυχρού τη μοναξιά , όμως η μυρωδιά του ακόμη ερέθιζε την όσφρηση της και της κρατούσε συντροφιά. Δεν ήξερε τι ώρα ήταν, ακόμη δεν είχε ξημερώσει. Οι στιγμές πόθου που βίωσε πριν την πάρει ο ύπνος, την είχαν εμποδίσει από το να προσέξει τι υπήρχε ανάμεσα σ’ αυτούς τους τέσσερις τοίχους. Σχεδόν τίποτα. Ο πόνος εμπόδιζε το σώμα της από το να σηκωθεί, ωθώντας έτσι την περιέργεια της να εξερευνήσει το δωμάτιο. Διαπιστώνοντας μια έλλειψη πραγμάτων, είχε την εντύπωση πως ό,τι βρει θα είχε μια υποκειμενική αξία, ένα βάθος.

Οι τοίχοι ήταν λευκοί, γυμνοί και ξεθωριασμένοι. Το ταβάνι είχε αρχίσει να μαυρίζει. Φαινόταν σαν ένας συννεφιασμένος νυχτερινός ουρανός. Στον τοίχο απέναντι από τη πόρτα μπορούσε να δει έναν πίνακα. Τα χρώματα της ζωγραφιάς ήταν μουντά. Όταν μισόκλεινε τα μάτια μπορούσε να συλλάβει μια κοπέλα με σγουρά μακριά μαλλιά. Αναρωτήθηκε αν ήταν όμορφη. Πάνω στο κομοδίνο δίπλα από την παλιά λάμπα ήταν ένα βιβλίο πάνω απ’ενα τετράδιο. Σύρθηκε για να το πιάσει. Ήθελε να ξέρει ό,τι ήταν δυνατόν να μάθει για τον μυστήριο άνδρα με τον οποίο είχε πλαγιάσει. Σαν μικρό παιδί, πήρε το πρώτο βιβλίο και το έφερε προς το μέρος της: «Ποιήματα του Κ.Π Καβάφη». Το βιβλίο ήταν σημαδεμένο με φτερό. Έβγαλε το φτερό και χαϊδεύοντας το απαλά με τις άκρες των δακτύλων της, άνοιξε το βιβλίο στη σημαδεμένη σελίδα.


«Επιθυμίες

Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν

και τα ’κλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,

με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά —

έτσ’ οι επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν χωρίς να εκπληρωθούν·

χωρίς ν’ αξιωθεί καμιά

της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.»


Η Ελισάβετ διάβασε και ξαναδιάβασε το ποίημα εώς που κύλισαν δυο δάκρια. Ένιωθε σαν ζωντανή νεκρή. Οι ανεκπλήρωτες της επιθυμίες ανακυκλώνονταν μέσα στο πονεμένο της κεφάλι. Η πιο μεγάλη της επιθυμία ήταν να ξεχάσει την ασφυκτική στιγμή που την σημάδευε. Μα όσο την σκεφτόταν την θυμόταν περισσότερο. Πώς ένας άνθρωπος μπορεί να κάνει τέτοιο πράγμα, σε κορίτσι, κουτσό, μόλις δεκαεννιά χρονών. Η ανάμνηση ζωντάνεψε μέσα της σαν να λάμβανε μέρος εκείνη την στιγμή, σαν να έγιναν ένα το παρελθόν με το παρόν. Οι αναμνήσεις έγιναν παραισθήσεις. Μπαίνεις σε ταξί με προορισμό τη ζεστασιά του σπιτιού σου μόνο για να σε βιάσουν και να σε πετάξουν έξω στη ψυχρότητα του δρόμου, σαν βρώμικο κουρέλι. Η επιθυμία της να μην ήταν η επιθυμία του άλλου έμενε ανέκκλητα ανεκπλήρωτη. Μεγάλη αφέλεια η τυφλή εμπιστοσύνη, σκέφτηκε, και το μυαλό της πήγε στον άνδρα ονόματι Γανυμήδης, τον οποίον είχε εμπιστευτεί τυφλά και στου οποίου το σπίτι βρισκόταν την προκειμένη στιγμή.


Ο ψυχικός της πόνος πλέον αντανακλούσε τον σωματικό της πόνο. Συγκινημένη από την μια έλπιζε πως θα ερχόταν ο Γανυμήδης, θα ξάπλωνε δίπλα της, και θα την έσφιγγε στην αγκαλιά του. Απορημένη από την άλλη ήθελε ακόμη λίγη ώρα μόνη της για να ρίξει μια κλεφτή ματιά στο τετράδιο το οποίο πήρε τώρα προτεραιότητα στις αναζητήσεις της. Πόση ώρα να λείπει όμως; Τι άραγε να κάνει; Ακόμη επικρατούσε το σκοτάδι. Ακούμπησε το βιβλιαράκι με τα ποιήματα πάνω στο κομοδίνο και έπιασε το τετράδιο. Το μετροφύλλησε στα γρήγορα και πρόσεξε πως ήταν χειρόγραφο, πυκνό, με μερικά σχέδια. Ένα ανορθόδοξο ημερολόγιο. Αναρωτήθηκε εάν ο ίδιος είχε ζωγραφίσει το περιεχόμενο του σκοτεινού πίνακα που κρεμόταν στον τοίχο απέναντι από την πόρτα. Στην πρώτη σελίδα έγραφε με μεγάλα γράμματα: «Γανυμήδης». Άρχισε να νιώθει έναν ξένο πόνο να την πλησιάζει. Άνοιξε το τετράδιο σε μια τυχαία σελίδα. Διάβασε την ημερομηνία. Σαν χθες πριν τέσσερα χρόνια σκέφτηκε. Άρχισε να διαβάζει:


«Νάρκισσος 03/03/2016


Κάποτε κοίταζα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και έλεγα πως δεν θα άλλαζα το πρόσωπο μου με κανένα άλλο. Κάποτε η εσωτερική μου κενότητα αδυνατούσε να διατρυπήσει την πανοπλία της ψυχικής μου αρμονίας. Κάποτε ήμουν νέος και ερωτευμένος. Ερωτευμένος με τον εαυτό μου. Η θλιβερή μου ματαιοδοξία, μου φέρνει στο μυαλό τον Νάρκισσο, ο όποιος οδηγήθηκε εκδικητικά από τους θεούς σε μια λίμνη οπού και είδε για πρώτη φορά την αντανάκλαση του στο νερό. Ο Νάρκισσος ερωτεύτηκε τον εαυτό του τόσο παράφορα που έμεινε επί τόπου ριζωμένος χαζεύοντας το πρόσωπο του έως που να πεθάνει από ατροφία. Δυστυχώς ή ευτυχώς, ο προσωπικός μου μονόδρομος δεν θα έχει το ίδιο τέλος. Πολλοί είναι που στην νιότη τους χάθηκαν, απαθανατιζόμενοι αιωνίως με τις αρετές και την ομορφιά που τους χάρισε η φύση. Εμένα ο Χρόνος μου συμπεριφέρεται διαφορετικά. Ενώ δεν έχω την παραμικρή ιδέα για το πώς θα πεθάνω, το μόνο σίγουρο είναι πως δεν θα ναι από σαρκικό έρωτα με τον εαυτό μου.»


Η Ελισάβετ σταμάτησε να διαβάζει και διαλογιζόταν στη σιωπή. Η σιωπή έσπασε από κάποια βήματα. Ερχόταν ο άνδρας του οποίου ο πόνος της είχε συστηθεί. Με γρήγορες κινήσεις η Ελισάβετ έβαλε τα πράγματα στη θέση τους αλλά δεν έσβησε το φως. Μπορεί να ξέχασε, μπορεί να ήθελε τον άνδρα να την δει. Κάποια πράγματα τα κάνουμε για λογούς που αδυνατούμε να καταλάβουμε. Η Ελισάβετ είχε συνειδητοποιήσει πως ο πόνος είχε υποχωρήσει. Ένα χαμόγελο είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπο της. Τι παράξενο πράγμα ο πόνος, σκέφτηκε! Δεν είχε πάρει τα αναλγητικά εν τούτοις ένιωθε πλήρη ανακούφιση. Τι παράξενο πράγμα ο πόνος, ξανασκέφτηκε! Είναι αναπόφευκτος, αλλά όχι αδιαχείριστος. «Έχεις πολύ ωραίο χαμόγελο» της είπε γαλήνια ο Γανυμήδης, που εμφανίστηκε σαν σκιά δίπλα στο κρεβάτι κρατώντας τις πατερίτσες της. Κοιτάζοντας την στα μάτια, της χαμογέλασε. Της φαινόταν εξαντλημένος. Σαν να γέρασε απότομα. Παρ’όλες τις γραμμές που χάρασσαν το πρόσωπο του, η ομορφιά του την θάμπωνε. Ξάπλωσε δίπλα της και την φίλησε στο μέτωπο. Έσβησε το φως της λάμπας και την έσφιξε πάνω του. «Α!» έκανε η Ελισάβετ. «Συγγνώμη!» της είπε ο Γανυμήδης και την αγκάλιασε απαλά. Η Ελισάβετ γέλασε. Δυο βασανισμένες ψυχές χαμογελούσαν παρηγορημένες στα σκοτεινά. Προτού την κλέψει ένας ήρεμος ύπνος, ένα τελευταίο δάκρυ έσταξε από τα βουρκωμένα μάτια της Ελισάβετ.


Άρχισε να ξημερώνει.




fb.PNG
insta.PNG
twitter.PNG